Η Εκπαίδευση των Φαρμακοποιών στην Ελλάδα

Σημαντικό ζήτημα προς ανάλυση αποτελεί η εκπαίδευση των φαρμακοποιών στην Ελλάδα.

Οι γυναίκες στις φαρμακευτικές σχολές αποτελούν κατά κανόνα την πλειοψηφία (>70%). Οι φοιτητές ακολουθούν τετραετή φοίτηση και ένα χρόνο πρακτικής σε φαρμακείο, νοσοκομείο ή/και φαρμακοβιομηχανία.

Το επιστημονικό επίπεδο θεωρείται υψηλό, όμως δεν υπάρχουν μαθήματα (όπως marketing και οικονομία) που είναι απαραίτητα για τη διαχείριση ενός φαρμακείου.

Υπάρχουν επίσης μεταπτυχιακά προγράμματα στους τομείς της φαρμακευτικής χημείας, φαρμακολογίας, φυτοχημείας, φαρμακευτικής τεχνολογίας κ.ά. Εξειδικευμένα στη διοίκηση φαρμακείων Master (μεταπτυχιακό) μπορεί να παρακολουθήσει κανείς μόνο στο εξωτερικό και αυτό δε συμβαίνει συχνά.

Μετά το πτυχίο οι φαρμακοποιοί δίνουν εξετάσεις για την απόκτηση της Άδειας Ασκήσεως Επαγγέλματος. Από εκεί κι έπειτα υπάρχουν προγράμματα δια βίου εκπαίδευσης, τα οποία οργανώνονται από συλλόγους και εταιρείες.

Ο φαρμακευτικός περιοδικός τύπος είναι επίσης μια σημαντική βοήθεια για τη συνεχιζόμενη εκπαίδευση των σημερινών φαρμακοποιών.

Συνεχιζόμενη εκπαίδευση και φαρμακοποιοί. Σύγκριση εκπαιδευτικής ανάπτυξης φαρμακοποιών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Είναι γεγονός ότι σε αντίθεση με την Ελλάδα, σε πολλές άλλες χώρες του κόσμου οι φαρμακευτικές σχολές έχουν έναν επιπλέον σκοπό, να προετοιμάσουν τον φαρμακοποιό σε αυτό που αποκαλείται φαρμακευτική περίθαλψη (pharmaceutical care), η οποία περιλαμβάνει γνώσεις για κρίσεις και αποφάσεις ώστε να αποφευχθεί, εγκατασταθεί, συντηρηθεί ή διακοπεί κάποια φαρμακευτική αγωγή-θεραπεία.

Αυτή η περίθαλψη προάγεται σε συνεργασία με τους ασθενείς, τους κλινικούς ιατρούς, τους νοσηλευτές και άλλους παροχείς και οι φαρμακοποιοί αναμένεται να αναλάβουν την ευθύνη για το κόστος ,την ποιότητα και τα αποτελέσματα της φαρμακευτικής περίθαλψης που απευθύνεται στους ασθενείς.

Οι φαρμακοποιοί οφείλουν να είναι ενεργοί συμμέτοχοι για τη βελτίωση της κατάστασης της υγείας των ασθενών, να τους βοηθούν να επιτύχουν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα της αγωγής τους και να αποτελούν τους συμβούλους στους κλινικούς ιατρούς και τους νοσηλευτές, με το να τους βοηθούν να επιλέξουν την καταλληλότερη φαρμακευτική θεραπεία.

Σε ακαδημαϊκό επίπεδο, να συνεργάζονται σε ερευνητικά πρωτόκολλα θεραπειών που συμπεριλαμβάνουν χορήγηση φαρμακευτικών ουσιών.

Η συνεχιζόμενη μαθησιακή διαδικασία του προσωπικού των φαρμακείων μπορεί να επιτευχθεί με τη λεγόμενη Συνεχιζόμενη Επαγγελματική Ανάπτυξη (Continuing Professional Development, CPD).

Αυτή επιτρέπει στους επιστήμονες υγείας την επικαιροποίηση και ανάπτυξη των δεξιοτήτων τους και της γνώσης για την καθημερινή πρακτική. Οι CPD δράσεις που αναλαμβάνονται μπορούν να είναι η συμμετοχή σε συνέδρια και μαθήματα, η δημοσίευση άρθρων σε επιστημονικά περιοδικά, η δημοσίευση βιβλίων και η εκπαίδευση σε εξειδικευμένα κέντρα και τμήματα νοσοκομείων.

Τουλάχιστον το 50% των βαθμών (credits) θα πρέπει να λαμβάνονται στην ειδικότητα που έχει επιλέξει ο κάθε υγειονομικός, όσον αφορά τους ιατρούς.

Η αναζήτηση και αξιοποίηση της πληροφορίας μέσα από προγράμματα συνεχιζόμενης εκπαίδευσης σχολών, για επαγγελματίες υγείας που συμμετέχουν σε προγράμματα CPD, παρέχει τη δυνατότητα ανάπτυξης δεξιοτήτων ανεύρεσης γρήγορα και με ακρίβεια ιατρικών πληροφοριών και την αξιολόγηση και πρακτική χρήση αυτών μετέπειτα (Petrak et al., 2007).

Ο ανταγωνισμός αλλά και η μελλοντική αναγκαιότητα της πιστοποίησης της γνώσης του, κατά τη διάρκεια της καριέρας ενός επαγγελματία υγείας, είναι μία πρόκληση ζωής.

Η αδιάλειπτη και ταχύτατη πρόσβαση στη γνώση και η υπευθυνότητα που διακρίνει τους επιστήμονες υγείας, μας προβληματίζει για το είδος του ανταγωνισμού που οφείλουν να επιδεικνύουν και ως προς τα μέσα επίτευξης ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων σε σχέση με άλλους συναδέλφους.

Οι επαγγελματικές ενώσεις, καθώς και οι κρατικές αρχές, οφείλουν να ενδιαφέρονται να αναπτύξουν συστήματα δια βίου εκπαίδευσης, με απώτερο στόχο τη διατήρηση της επαγγελματικής ανταγωνιστικότητας και της προαγωγής της ποιότητας στις υπηρεσίες υγείας.

Παραδοσιακά, αυτά τα συστήματα βασίζονταν στη συνεχιζόμενη εκπαίδευση (CE), όμως τα τελευταία χρόνια σε πολλές χώρες του κόσμου άρχισαν να εφαρμόζονται, όπως είπαμε και πιο πάνω, προγράμματα συνεχιζόμενης επαγγελματικής ανάπτυξης (CPD).

Η CPD είναι μία κυκλική διαδικασία που συνδέει τα επίπεδα της αντίδρασης, προγραμματισμού, δράσης και αξιολόγησης (Rouse, 2004).

Σε αυτή τη διαδικασία ο εκπαιδευόμενος επαγγελματίας- επιστήμονας, καθορίζει τις δικές του ανάγκες πληροφόρησης και γνώσης, καταστρώνει τα πλάνα του ώστε να ανταποκρίνονται στα ζητούμενα των αναγκών του, εκτελεί τα πλάνα αυτά και τέλος αξιολογεί το κατά πόσο οι ενέργειες που ακολούθησε υπήρξαν επιτυχημένες ως προς τους αντικειμενικούς σκοπούς που έθεσε.

Συγκριτικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι η CE μπορεί να ιδωθεί ως ένα μέρος της CPD, ενσωματώνοντας διδακτικές μεθόδους όπως οι διαλέξεις, τα εργαστήρια και τα εξ΄ αποστάσεως εκπαιδευτικά μαθήματα.

Μερικές χώρες ακολουθούν ακόμα θεσμικές διαδικασίες της CE ενώ σε άλλες δεν υφίσταται καμία επίσημη δια βίου εκπαίδευση. Η Ελλάδα είναι μία από αυτές τις χώρες.

Η σημασία της δια βίου εκπαίδευσης και η ανάπτυξη υποχρεωτικών συστημάτων αυτής, όπως και η πίεση που ασκείται από τα εθνικά συστήματα υγείας να θεμελιώσουν υψηλής ποιότητας περίθαλψη, οδηγούν πολλές επαγγελματικές οργανώσεις να θεσμοθετήσουν συστήματα CPD, πολλές φορές υπό τον κίνδυνο εφαρμογής τους από “εξωτερικούς” δρώντες.

Οι φαρμακοποιοί που ακολουθούν αυτή τη διαδικασία είναι υποχρεωμένοι να συλλέξουν ένα συγκεκριμένο αριθμό πόντων (credit points) σε μία συγκεκριμένη χρονική περίοδο, συνήθως 3 με 5 χρόνια.

Οι πόντοι αυτοί ουσιαστικά είναι η αντανάκλαση του χρόνου που ξοδεύεται για μία δραστηριότητα, όπως για παράδειγμα μία διάλεξη ή διαδραστικά εργαστήρια ή και διαδικασίες που περιλαμβάνουν αξιολόγηση.

Εντός του συστήματος αυτού οι συμμετέχοντες φαρμακοποιοί μπορούν να συγκριθούν με τις προδιαγραφές ανταγωνιστικότητας που θέτει η διαδικασία, ώστε να βελτιώνονται συνεχώς (Driesen et al., 2007).

Η Μεγάλη Βρετανία διαθέτει ένα σύστημα CPD, που βασίζεται απόλυτα σε ποιοτικά κριτήρια, εν αντιθέσει με άλλες χώρες που συνδυάζουν ποιοτικά και ποσοτικά κριτήρια. Δεν υφίσταται κανενός είδους απαίτηση για τον τύπο των CPD δραστηριοτήτων που οι συμμετέχοντες πρέπει να αναφέρουν, εφόσον αυτές συνεισφέρουν στην επαγγελματική τους βελτίωση (The Royal Pharmaceutical Society of Great Britain, 2008).

Ένας οδηγός CPD που δίνεται σε όλους τους φαρμακοποιούς καταγράφει τη διαδικασία και εξηγεί τον τρόπο που θα αποδειχθεί οποιαδήποτε δραστηριότητα σύμφωνα με τα στοιχεία της αντίδρασης, προγραμματισμού, δράσης και αξιολόγησης.

Αυτές οι “εισαγωγές” στο CPD σύστημα οφείλουν να αποδεικνύονται, όπως και οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν και τις περιοχές του ανταγωνισμού που κινήθηκαν.

Στο στάδιο του προγραμματισμού θα πρέπει να καθοριστεί ο χρόνος που αυτά θα επιτευχθούν καθώς και μία σειρά άλλων προδιαγραφών, στη δράση περιγράφεται η εκτελεσθείσα δραστηριότητα σε σχέση και με τον εκτιμώμενο χρόνο και τέλος στην αξιολόγηση αναλύονται οι λεπτομέρειες των αντικειμενικών στόχων που τέθηκαν, παραδείγματα εφαρμογών, πληροφοριακή ανατροφοδότηση από άλλους συμμετέχοντες και άλλα.

Το σύστημα της Μεγάλης Βρετανίας παρέχει στήριξη στη διαδικασία και επιτυγχάνει οικονομία χρόνου.

Επιπλέον κάθε σύστημα οφείλει να δημιουργεί εκείνο το πλαίσιο που θα ικανοποιεί τις πληροφοριακές ανάγκες των φαρμακοποιών και τις ανάγκες μάθησης.


Γιάννης ΠολλάληςΚαθηγητής Γιάννης Α. Πολλάλης
Διευθυντής του
Μεταπτυχιακού Προγράμματος
“Οικονομική & Επιχειρησιακή Στρατηγική”
Πανεπιστήμιο Πειραιώς

Κατεβάστε τώρα το Application!

Με την περιήγησή σας στο pharmamanage.gr αποδέχεστε την χρήση cookies.