Φαρμακευτική Δαπάνη και Πολιτική Φαρμάκου στην Ελλάδα

Το Μεθοδολογικό Πρόβλημα και η Ανάγκη για Εξορθολογισμό του Συστήματος

Η αμφισβήτηση της αξιοπιστίας των πηγών και των στατιστικών δεδομένων της ελληνικής οικονομίας από τις Ευρωπαϊκές αρχές έρχεται, δυστυχώς, να επιβεβαιώσει την επιστημονική συζήτηση που εδώ και πολλά χρόνια έχει επισημάνει την ανάγκη για βελτίωση της μεθοδολογίας και του τρόπου συλλογής και επεξεργασίας των δεδομένων αυτών στο πλαίσιο των εθνικολογιστικών καταγραφών.

Ειδικά για τον τομέα της υγείας, πλήθος επιστημονικών αναφορών έχουν διατυπώσει την αμφιβολία τους για την ακρίβεια των επίσημων καταγραφών, οι οποίες πολλές φορές δεν δικαιολογούν τις διακυμάνσεις σε χαρακτηριστικά του τομέα υγείας τα οποία, σύμφωνα και με τη βιβλιογραφία, θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις δαπάνες όπως πχ. ο αριθμός των ιατρών, η ασφαλιστική βάση των ταμείων, η πολιτική τιμών και αποζημίωσης των ιατρικών πράξεων κ.λπ.

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗΣ ΔΑΠΑΝΗΣ

Ιδιαίτερα όσον αφορά στη φαρμακευτική δαπάνη, το τελευταίο διάστημα η απόκλιση μεταξύ των δεδομένων της ΕΣΥΕ και του ΟΟΣΑ επιδείνωσε ακόμη περισσότερο το πρόβλημα, καθώς ήδη είχαν διατυπωθεί σημαντικές επιφυλάξεις για τη σύνθεση της φαρμακευτικής δαπάνης (δημόσια / ιδιωτική) για τα δεδομένα της περιόδου 2003-2007.

Συγκεκριμένα, όσον αφορά στα στοιχεία της ΕΣΥΕ, αυτά διαπιστώνουν μια αύξηση της ιδιωτικής φαρμακευτικής δαπάνης την περίοδο 1999-2000 κατά 29,5% και μια μείωση κατά 27,6% και 39% την περίοδο 2000-2001 και 2001-2002, διακυμάνσεις οι οποίες είναι ανεξήγητες, καθώς κατά το εν λόγω διάστημα δεν υπήρξε ούτε αναθεώρηση δεδομένων, ούτε μεταβολή τιμών ή του πλαισίου ασφαλιστικής αποζημίωσης, ούτε βέβαια ιδιαίτερη μεταβολή στον αριθμό των ιατρών, τη δημογραφική γήρανση κ.λπ. Ωστόσο, το σημαντικότερο πρόβλημα της συγκεκριμένης καταγραφής αφορά στα επόμενα έτη και συνίσταται στο ότι δεν μπορεί να ερμηνευθεί από την εμπειρική πραγματικότητα το γεγονός ότι το ποσοστό της ιδιωτικής φαρμακευτικής δαπάνης στη συνολική δαπάνη φαρμάκων εμφανίζεται να ανέρχεται το 2007 σε 5%, τη στιγμή που μόνο η θεσμοθετημένη συμμετοχή στα φάρμακα (χωρίς δηλαδή να υπολογίζεται η αμιγώς ιδιωτική φαρμακευτική κατανάλωση) ανέρχεται σε 10% και 25%.

Με αφετηρία τα παραπάνω, κρίθηκε σκόπιμος ο επαν-υπολογισμός της ιδιωτικής φαρμακευτικής δαπάνης με διαφορετική μεθοδολογία, προκειμένου να σταλούν στον ΟΟΣΑ πιο «λογικά» δεδομένα.

Ωστόσο, η απόκλιση αυτή στην ιδιωτική φαρμακευτική δαπάνη ύψους 368% (από 244 εκατ. € με βάση τα αρχικά στοιχεία της ΕΣΥΕ σε 1.141 εκατ. € με βάση τα νέα στοιχεία που εστάλησαν στον ΟΟΣΑ), είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση μιας αυξημένης συνολικής φαρμακευτικής δαπάνης, η οποία με τη σειρά της προκάλεσε σημαντικές ανακατατάξεις στις διεθνείς συγκρίσεις.

Για το λόγο αυτό, κρίνεται σκόπιμη η υιοθέτηση απολογιστικών δεδομένων των ασφαλιστικών οργανισμών κατά τον υπολογισμό της φαρμακευτικής τους δαπάνης, δεδομένου και του ότι τα στοιχεία που διατίθενται από τις επίσημες εθνικολογιστικές πηγές (ΕΣΥΕ), είναι, ούτως ή άλλως, προσωρινά.

Σύμφωνα λοιπόν με τα στοιχεία της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων και της Φαρμακευτικής Διεύθυνσης του Οίκου του Ναύτου, η φαρμακευτική δαπάνη των ασφαλιστικών ταμείων ανήλθε σε €4,04 δισ. το 2007, σε €4,53 δισ. το 2008 και εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στα €5,09 δισ. το 2009.

Ο ρυθμός μεταβολής της φαρμακευτικής δαπάνης των ασφαλιστικών ταμείων βαίνει μειούμενος από 22,6% το 2006 σε 14,8% το 2007, σε 12% το 2008 και σε 12,2% το 2009.

Σε σύγκριση με το ΑΕΠ, η φαρμακευτική δαπάνη των ασφαλιστικών ταμείων από 1,31% το 2004 ανήλθε στο 1,89% το2008.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Από την ανάλυση που προηγήθηκε, είναι πρόδηλη η ανάγκη για την υιοθέτηση μιας συστηματικής μεθόδου καταγραφής των συναλλαγών σε όλο το φάσμα του υγειονομικού τομέα.

Ιδιαίτερα ως προς το θέμα του φαρμάκου, μάλιστα, η φύση του προϊόντος επιτρέπει την ακριβή καταγραφή της σχετικής δαπάνης, υπό την προϋπόθεση ότι θα υλοποιηθούν οι σχεδιαζόμενες παρεμβάσεις για την συλλογή των δεδομένων στην πηγή της δαπάνης, τον έλεγχο της συνταγογράφησης και τη μηχανογραφική διαχείρισή της.

Εν κατακλείδι, σε ένα περιβάλλον στο οποίο οι οικονομικές πιέσεις που ασκούνται στον υγειονομικό τομέα γίνονται διαρκώς εντονότερες, η παραγωγή αξιόπιστων δεδομένων είναι απαραίτητη για τη μεγαλύτερη δυνατή τεκμηρίωση της πολιτικής υγείας.

Από τον Κυριάκο Σουλιώτη, Δρ. Πολιτικής και Οικονομικών της Υγείας, Λέκτορα Σχολής Κοινωνικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.

Με τη συμβολή της Έλλης Βίτσου, υπεύθυνη Παρατηρητηρίου Οικονομικών της Υγείας, ΙΟΒΕ.

Ο Κυριάκος Σουλιώτης είναι Λέκτορας της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου (Κόρινθος). Επιπλέον διδάσκει μαθήματα σχετικά με την πολιτική και οικονομία της υγείας στην Ιατρική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης και στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας. Έχει διατελέσει διευθυντικό στέλεχος σε φορείς παροχής υπηρεσιών υγείας (Όμιλος Βιοϊατρική, Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο, ΜΗΤΕΡΑ κ.ά.) και Επιστημονικός Σύμβουλος στη Διοίκηση του ΙΚΑ και στο Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας. Έχει συγγράψει 15 επιστημονικά βιβλία και περισσότερα από 70 άρθρα σε συλλογικούς τόμους και επιστημονικά περιοδικά στα πεδία της πολιτικής και της οικονομίας της υγείας και της οργάνωσης και διοίκησης των υπηρεσιών υγείας.

Κατεβάστε τώρα το Application!

Με την περιήγησή σας στο pharmamanage.gr αποδέχεστε την χρήση cookies.