Η Ατοπική Δερματίτιδα

Συχνά στο  Φαρμακείο αντιμετωπίζουμε ασθενείς με ατοπική δερματίτιδα.

Όλα όσα πρέπει να γνωρίζουμε για την νόσο και τη συμβουλή μας σαν επαγγελματίες υγείας. 

Η ατοπική δερματίτιδα (επίσης γνωστή ως ατοπικό έκζεμα) είναι μια χρόνια φλεγμονώδης νόσος του δέρματος των παιδιών και των ενηλίκων, που μάλιστα έχει ήδη περιγραφεί από την αρχαιότητα, και χαρακτηρίζεται από τον έντονο κνησμό και τις επαναλαμβανόμενες υποτροπές με εκζεματώδεις βλάβες του δέρματος.

Για την παθογένεση της ενοχοποιούνται τόσο γενετικοί όσο και περιβαλλοντικοί παράγοντες.

Υπάρχουν μάλιστα δύο διαφορετικές υποθέσεις:

Σύμφωνα με την πρώτη (Outside-insidehypothesis), η βλάβη στον φραγμό του δέρματος επιτρέπει την είσοδο αλλεργιογόνων τα οποία προκαλούν απελευθέρωση φλεγμονωδών παραγόντων, φλεγμονή και έξαρση της νόσου και σύμφωνα με τη δεύτερη (Inside-outsidehypothesis), η φλεγμονώδης αντίδραση σε ερεθιστικές/αλλεργιογόνες ουσίες οδηγεί σε βλάβες του φραγμού του δέρματος. 

Παρά το γεγονός ότι η ατοπική δερματίτιδα τις περισσότερες φορές ξεκινά στην παιδική ηλικία και επηρεάζει δύο στα δέκα παιδιά, είναι επίσης πολύ διαδεδομένη στους ενήλικες.

Μπορεί να αποτελέσει σε κάποια άτομα σημαντικό επιβαρυντικό παράγοντα για τη συνολική κατάσταση της υγείας του. Μπορεί να προκαλέσει σημαντική ψυχοκοινωνική επιβάρυνση στους ασθενείς και τους συγγενείς τους.

Επίσης , αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης τροφικής αλλεργίας, άσθματος, αλλεργικής ρινίτιδας και είναι υπεύθυνη και για άλλες ανοσολογικές φλεγμονώδεις ασθένειες, αλλά και για διαταραχές της ψυχικής υγείας.

Σήμερα η πρόληψη και θεραπεία της ατοπικής δερματίτιδας έχει μακροπρόθεσμη προοπτική και περιλαμβάνει τόσο συμπτωματική όσο και αιτιολογική αντιμετώπιση. 

Εστιάζεται  στην αποκατάσταση της λειτουργίας του επιδερμικού  φραγμού, η οποία επιτυγχάνεται καλύτερα με τη χρήση μαλακτικών.

Τα τοπικά κορτικοστεροειδή είναι ακόμα αγωγή πρώτης γραμμής  για την οξεία φάση κατά τις εξάρσεις της νόσου κυρίως.

Οι τοπικοί αναστολείς της καλσινευρίνης (τακρόλιμους, πιμεκρόλιμους) χρησιμοποιούνται σε ασθενείς που δεν απαντούν ικανοποιητικά ή δεν ανέχονται τα τοπικά κορτικοστεροειδή.

Ειδικά το τακρόλιμους μπορεί να χορηγηθεί προληπτικά για τη διατήρηση της νόσου σε ύφεση και την αποτροπή των υποτροπών και των εξάρσεων της ατοπικής δερματίτιδας.

Μη-ειδικά ανοσοκατασταλτικά φάρμακα χρησιμοποιούνται σε σοβαρές ανθεκτικές περιπτώσεις, αλλά και ειδικά τροποποιητικά της νόσου φάρμακα είναι υπό ανάπτυξη. 

Επιδημιολογία

Ο επιπολασμός της νόσου κατά τη διάρκεια της ζωής έχει δείξει μια παγκόσμια αύξηση τα τελευταία 30 χρόνια.

Στις ανεπτυγμένες χώρες, φαίνεται να παραμένει σταθερός στο 10-20% του πληθυσμού, ενώ είναι χαμηλότερος, αλλά εξακολουθεί να αυξάνεται σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες.

Σε περίπου60% των περιπτώσεων, η νόσος εκδηλώνεται κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους της ζωής (έχει δηλαδή πρώιμη έναρξη), αλλά μπορεί να ξεκινήσει και σε οποιαδήποτε ηλικία.  

Τα πρώτα κλινικά συμπτώματα είναι η ξηρότητα του δέρματος και η τραχύτητα, ενώ οι εκζεματώδεις βλάβες συνήθως δεν εμφανίζονται πριν από τον δεύτερο μήνα της  ζωής.

Η εξέλιξη της νόσου μπορεί να είναι συνεχής για μεγάλες περιόδους, με εναλλαγές υποτροπιάζουσας-διαλείπουσας φύσης και με επαναλαμβανόμενες εξάρσεις. Η νόσος είναι ήπια σε περίπου 80% των παιδιών που πλήττονται.

Από μελέτες έχει προταθεί ότι, σε ποσοστό έως 70% των περιπτώσεων, η νόσος βελτιώνεται σε μεγάλο βαθμό ή και εξαλείφεται κατά την όψιμη παιδική ηλικία, καθώς και ότι η πρώιμη και σοβαρή έναρξη της νόσου, το οικογενειακό ιστορικό ατοπικής δερματίτιδα  και η πρώιμη ευαισθητοποίηση σε αλλεργιογόνο είναι παράγοντες κινδύνου για συνέχιση της νόσου επί μακρόν.

Ωστόσο, οι πρόσφατες εκτιμήσεις για τη συχνότητα εμφάνισης στους ενήλικες είναι γύρω στο 10% και τα ευρήματα από παιδιατρικά μητρώα δείχνουν ότι ο επιπολασμός της εμμένουσας ή της κατά την ενήλικη ζωή αρχόμενης νόσου, είναι υψηλότερος από ό, τι είχε αρχικά υποτεθεί.

Επιπλέον, οι ασθενείς οι οποίοι έχουν προφανώς ξεπεράσει την ασθένεια, συνεχίζουν να έχουν το λεγόμενο  ευαίσθητο, υπερ-αντιδραστικό δέρμα και πιθανόν να έχουν υποτροπές μετά από μακρές περιόδους ελεύθερες συμπτωμάτων.

Η Ατοπική Δερματίτιδα

Κλινικά Χαρακτηριστικά και Διάγνωση

Δεν έχουν αναφερθεί ειδικά εργαστηριακά ή ιστολογικά  ευρήματα  και έτσι η διάγνωση βασίζεται αποκλειστικά σε κλινικά χαρακτηριστικά.

Αρκετές ομάδες διαγνωστικών κριτηρίων έχουν αναπτυχθεί π.χ. τα κριτήρια Hanifin και Rajka, αλλά υπάρχουν και απλοποιημένα εμπειρικά κριτήρια τα οποία είναι χρήσιμα στην κλινική πράξη.

Βασικά χαρακτηριστικά είναι ο κνησμός και οι εκζεματώδεις βλάβες οι οποίες μπορεί να είναι οξείες, υποξείες ή χρόνιες.

Οι βλάβες μπορεί να επηρεάσουν οποιοδήποτε μέρος του σώματος, αλλά συνήθως εμφανίζουνμορφολογία και κατανομή που διαφοροποιείται με την ηλικία.

Τα κοινά χαρακτηριστικά περιλαμβάνουν την γενικευμένη ξηρότητα του δέρματος, την πρώιμη έναρξη και την ατοπία.

Συχνές Επιπλοκές

Το δέρμα των ασθενών με ατοπική δερματίτιδα είναι επιρρεπές σε δευτερογενείς λοιμώξεις.

Το κύριο χαρακτηριστικό της ατοπικής δερματίτιδας είναι ο κνησμός. Λόγω αυτού, οι ασθενείς προκαλούν τραυματισμούς στην περιοχή που πάσχει, αφήνοντας έτσι ανοιχτό το δρόμο για την είσοδο παθογόνων και τη λοίμωξη. 

Ο S. Αureus (χρυσίζων σταφυλόκοκκος),είναι κύρια αιτία λοιμώξεων του δέρματος και των μαλακών μορίων.  

Η παρουσία του είναι παροδική σε υγιές δέρμα, αλλά αποικίζει μόνιμα το δέρμα ασθενών με ατοπική δερματίτιδα και συχνά προκαλεί εκζεματοποίηση των βλαβών. Η εξέλιξη σε μόλυνση συχνά σχετίζεται με επιδείνωση της νόσου.

Εκτός της λοίμωξης από S. Aureus μπορεί να προκληθούν λοιμώξεις και από άλλα παθογόνα όπως ιούς (ιός του απλού έρπητα), αλλά και από μύκητες.

Διαχείριση της Nόσου

Η ατοπική δερματίτιδα δεν μπορεί να θεραπευτεί προς το παρόν-έτσι, ο στόχος μας για την ώρα είναι η βελτίωση των συμπτωμάτων και η επίτευξη μακροπρόθεσμου ελέγχου της νόσου με μια προσέγγιση πολλαπλών βημάτων, όπως αυτά περιγράφονται στις εθνικές και διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες.

Η Ατοπική Δερματίτιδα

Οι βασικές αρχές είναι:

η συνεχής φροντίδα του επιδερμικού φραγμού με μαλακτικά, 

η αποφυγή ειδικών και μη ειδικών παραγόντων πρόκλησης, και 

η αντιφλεγμονώδης θεραπεία των ορατών δερματικών βλαβών με τοπικά κορτικοστεροειδή ή αναστολείς της καλσινευρίνης όπως το tacrolimus και το pimecrolimus. 

Οι αναστολείς της καλσινευρίνης προτιμώνται σε ευαίσθητες περιοχές.

Το tacrolimus και τα μετρίως ισχυρά στεροειδή ενδείκνυνται και για προληπτική θεραπεία, η οποία είναι μακροχρόνια διαλείπουσα αντιφλεγμονώδης θεραπεία σε συχνά υποτροπιάζουσες περιοχές του δέρματος ακόμη και χωρίς ορατές βλάβες.

 Η προληπτική εφαρμογή τοπικά του tacrolimus για δύο συνεχόμενες ημέρες την εβδομάδα μπορεί να βοηθήσει στη μείωση των υποτροπών εξάρσεων της νόσου.

Σε σοβαρές περιπτώσεις, η φωτοθεραπεία ή η συστηματική χορήγηση ανοσοκατασταλτικών μπορούν να χρησιμοποιηθούν. 

Βιολογικοί παράγοντες με στόχευση σε βασικούς μηχανισμούς της ατοπικής ανοσολογικής απόκρισης αποτελούν ελπιδοφόρες μελλοντικές θεραπευτικές επιλογές. 

Ο εποικισμός με παθογόνα και η επιμόλυνση  μπορεί να προκαλέσει έξαρση της νόσου και να δικαιολογήσει πρόσθετη αντιμικροβιακή αγωγή. 

Επίσης, η συστηματική χορήγηση αντιισταμινικών (Η1 R-αποκλειστές) μπορεί να μειώσει τον κνησμό.

Η αποτυχία της αγωγής λόγω της κακής συμμόρφωσης, ιδίως στην τοπική θεραπεία, είναι κοινή και μπορεί να σχετίζεται με φόβους γύρω από πιθανές δυσμενείς επιδράσεις των κορτικοστεροειδών, ανεπαρκή πληροφόρηση, και την ταλαιπωρία των ασθενών από τη μακροχρόνια χρήση.

Ως εκ τούτου, οι επιστήμονες υγείας θα πρέπει να δίνουν τις επαρκείς εξηγήσεις στον ασθενή και το περιβάλλον του για την ασθένεια και τη θεραπεία της, και να επιμείνουν στην καλή συμμόρφωση για το καλύτερο δυνατό θεραπευτικό αποτέλεσμα. 

Αλεξάνδρα Κατσαρού-Κάτσαρη
Καθηγήτρια Δερματολογίας- Αφροδισιολογίας, Ιατρικής Πανεπιστημίου Αθηνών
Νοσοκομείο «Α.Συγγρός»

Κατεβάστε τώρα το Application!

Με την περιήγησή σας στο pharmamanage.gr αποδέχεστε την χρήση cookies.